Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Λογική


Η πόλη κοιμάται ήρεμη κάτω από τις σκέψεις της, σκεπασμένη με το κρύο και την βροχή να ποτίζουν τα κόκαλα και την ψυχή της

Δύο περαστικοί αστειεύονται κάτω από τα φώτα και μια μητέρα υπομονετικά παίρνει τον δρόμο για το σπίτι

Τα πουλιά λουφάζουν κάτω από το βάρος του κόσμου 
Αδιάφορο, πικρό και περήφανο

Ένας μαθητής κραδαίνει την τσάντα του φοβίζοντας το μέλλον
ενώ τα ζευγάρια πια αναρωτιούνται

Στην άκρη του μυαλού περπατά μια μοναδική σκέψη

Βασανιστικά, τραυματικά και νοσταλγικά όπως τα ταξίδια, όπως οι κεραυνοί

Άτσαλα παραπατούν πολλοί
χάνοντας την ισορροπία και την ελπίδα τους
που καίγεται μοναχικό χαρτί σ ένα σβησμένο τζάκι
Δίνοντας λίγο φως στις τελευταίες στιγμές μας
λίγο πριν βυθιστούμε πιασμένοι χέρι-χέρι μέσα στα απόνερα των πεζοδρομίων

Εμείς που έχουμε να πούμε τόσα πολλά κοιτάμε σιωπηλοί το μέλλον
σίγουροι για όλα
Ανίκανοι ν αλλάξουμε την θέση των πραγμάτων
Μέσα στο σπίτι οι κουρτίνες αλλάζουν χρώμα από τις εποχές και τον χρόνο
Έξω  η βροχή κυλά
Έξω η σιωπή είναι εκκωφαντική
Έξω

Στα δευτερόλεπτα που απομένουν ξεπροβάλλει το καράβι που αράζει στην λεωφόρο περιμένοντας το πλήρωμα ιδρωμένο και με βαριές ανάσες να το πάρει στα χέρια και να το σύρει μέχρι την αμμουδιά

Φωνάζουν πως δεν ξέρουν κολύμπι
Ο χρόνος όμως τρέχει αμίλητος και φιλότιμος
Ο κόσμος τον προσπερνά βαριεστημένος
και
Εσύ μένεις βουβός να περιμένεις