Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Δειλινό

Μέρα θολή.
Τα σύννεφα προστάτες.
Η βρύση που ξαπόσταινα, λάσπη και αλμύρα τώρα.

Όσο και αν το πολέμησα, να γράψω ένα στίχο
Πάντα ο ήλιος έκαιγε την άνοιξη σαν στάχυ.

Έξω από το παράθυρο κρεμώ ένα στριφτό τσιγάρο,
τελευταίο αδελφό

στο βάθος φέρνει βόλτες το σούρουπο,
μαζί του παίζουν τα παιδιά.

Γκρίζο πέπλο η συννεφιά, τυλίγεται και σφίγγει.

Ποιος να μιλήσει καθαρά, κάτω από τέτοια σκέπη.
Ποιος να γελάσει δυνατά, βουτηγμένος μέσα στο καθάριο το νερό.

Δεν είμαι πια ποιητής. Σύντροφος και φίλος.
Το δέρμα όταν ζαρώνει, τραγουδά χαρακιές και νότες διψασμένο.

Με την καρέκλα μου δαδί και την ψυχή μου πιόμα
πήρα και αυτό το δειλινό, τραγουδώντας, στο κατόπι.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Νυχτερινό Έργο 2 Νο 2

Κλειστά μάτια, καρτερούν.
Άφησα παρακαταθήκη μερικές λέξεις.
Μικρά τρυφερά γράμματα.
Εσύ περπάτησες στο μακρύ δρόμο.
Ευθεία.
Τα μαλλιά σου ένα με τα φύλλα που χορεύουν στον αέρα.
Η άσφαλτος νωπή και άδεια.
Το περπάτημα σου σταθερό.
Σε είδα να ξεμακραίνεις.
Αργά. Όλο και πιο μακριά.

Οι λέξεις θλιμμένες δεν σε έφτασαν ποτέ.
Έμειναν μόνες να πλανιούνται,

μέσα σε αυτή τη πρωινή, μοναχική,

άνοιξη