Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Φαντασία ΙΙ


Κάθε που ανοίγουν τα μάτια μου
Χτυπά από μακριά η καμπάνα.

Μεγάλοι και μικροί γλάροι φωνάζουν τ' όνομα σου και χάνονται
μέσα στα πυκνά μαύρα σύννεφα
που σκιάζουν σαν γίγαντες τη θάλασσα
και την ψυχή μου.

Χαμηλώνω τα μάτια.
Σκληρές σκιές κόβουν κάθετα τους δρόμους
τα φώτα κίτρινα από πυρετό ξαπλώνουν στην άσφαλτο.

Οι σταγόνες της βροχής συνοδεύουν το μονότονο περπάτημα
ήχος ξερός πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.

Επιταχύνει, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα φρουρών.

Και οι σταγόνες γίνονται καταιγίδα

Η θύελλα γεμίζει απότομα τα στενά όπως η αγάπη των ερωτευμένων

οι γλάροι λουφάζουν στις γκρίζες γωνίες
η θάλασσα σηκώνεται, σπάει σε χίλια αλμυρά διαμάντια
χορεύει με τον αέρα και την βροχή
χτίζοντας ένα πυκνό σμάρι
που βουίζει,     βουίζει
ασταμάτητα
στ' αυτιά και το μέτωπο.

Εσύ στεκόσουν, φοβισμένος σκύλος, στο οδόστρωμα,
αγκαλιά με τη βροχή.

Ακίνητη και χαμογελαστή

Χριστιανικό θαύμα

Βρέχονταν τα μαλλιά και το μαύρο παλτό σου.
Το κεφάλι σου κρυμμένο μέσα στο σηκωμένο πέτο.
Από μέσα έφεγγε ένα μειδίαμα

Σε πήρα απ το μπράτσο σαν παιδί και περπατήσαμε στη καταιγίδα που πύκνωνε.