Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Βροχή

Σκεπασμένοι με απουσία
Οι δρόμοι γεμίζουν με βροχή
Οι περαστικοί ξεμακραίνουν
Τα παιχνίδια στην βιτρίνα βουτάνε στα ρυάκια του δρόμου ευτυχισμένα
Μια ομπρέλα ταξιδεύει στο αέρα
Από πίσω ένας κύριος με σηκωμένους γιακάδες στο παλτό, τρέχει

Ένας μονάχα στέκει
Με τα μάτια τραβηγμένα στον ουρανό
Τα χέρια τεντωμένα
Τα δάχτυλα να χαϊδεύουν την βροχή
και ένα παράλογο χαμόγελο παιδιού στο στόμα

Κάθε στάλα χτυπά μια νότα στην άσφαλτο και στο μυαλό του

Στο πεζούλι μια βρεγμένη, βρώμικη γάτα κοιτά εκστατική
Τα παράθυρα κλείνουν,
τα αυτοκίνητα γεμίζουν με νερά τους περαστικούς

Περπατά γρήγορα στο δρόμο
όχι για να φτάσει σπίτι
θέλει να κλέψει πάνω του όσο περισσότερη βροχή μπορεί
οι δρόμοι πλημμυρίζουν,
όχι από κόσμο όπως θα έπρεπε
όχι από θλίψη και θυμό.

Αυτές τις βροχερές μέρες τα σπίτια γεμίζουν από σκοτεινά πρόσωπά
Σκιές γύρω από τα παράθυρα
Το κρύο μένει απέξω
Κάποιος χτυπά με τα χέρια του την πορτα
απαντά μόνο ο ήχος της βροχής στα τζάμια και η φωνή απo τις ειδήσεις των οχτώ.

Η σιωπή μεγαλώνει και η βροχή λιγοστεύει και σταματά

Πέφτει η πραγματική νύχτα πια

Μέσα στο βράδυ γυρεύει συντροφιά από τα ρυάκια στην άκρη του δρόμου
Απ τις λιμνούλες στις λακκούβες  των σπασμένων πλακών  του πεζοδρομίου

τα παιχνίδια επέστρεψαν στην βιτρίνα,
οι περαστικοί τώρα τα αγοράζουν
βγήκαν με θάρρος ξανά στο πέρασμα της καταιγίδας
ρωμαλέοι και δυνατοί, για τα μαγαζιά ή για το σπίτι τους
με διάθεση για καυγά και φασαρία
ή κουρασμένοι και βρεγμένοι, με μια προσευχή: να μην βρέξει και αύριο

Ψάχνει.
τα πόδια του γεμάτα αγωνία,
απελπισμένος βρίσκει ένα μουλιασμένο παγκάκι
Όλα φωνάζουν ξανά.

Η βρεγμένη γάτα με σπασμένη φωνή τρίβεται στα πόδια του
Τα φύλλα τον λούζουν αργά και ρυθμικά
Δεν έχει σπίτι, δεν έχει ανθρώπους, δεν έχει άλλη παρηγοριά
Μόνο τους γεμάτους από νερό και μουσική δρόμους
Σφίγγει την παλιά ζακέτα του που στάζει από την θλίψη
Μαζεύει την βρώμικη γάτα που ξεφωνίζει στ’ αυτί του
Και παίρνει το λεωφορείο για την άλλη πλευρά της πόλης

Ένας θρεμμένος με εγωπαθές χαμόγελο, τεντώνει τα γκρίζα και λίγο βρώμικα μαλλιά του και ρωτά: «Πόσο τον πουλάς τον γάτο»
Αυτή συνοφρυώνεται και κοιτά τα αφεντικό της
Η γερασμένη κυρία με το παλιομοδίτικο ρούχο και τα μεγάλα σκουλαρίκια, κοιτά με το βλοσυρό ύφος της τον κόσμο σαν ενοχλητική μύγα, μιλά για τα δρομολόγια και τις άβολες θέσεις.
Μέσα απ τις σκιές που αφήνει το λεωφορείο πίσω του όλα μοιάζουν με βυθισμένο τοπίο.
Τα ενοχλημένα βλέμματα ακολουθούν με ανακούφιση την φιγούρα του να κατεβαίνει

Και εκεί, στην Στάση
κάτω από το στέγαστρο και την μεγάλη πορτοκαλί λάμπα,
δίπλα από ένα μαγαζί με μια μεγάλη μπλε φωτεινή επιγραφή
το κεφάλι του γέρνει λίγο δεξιά, τα μάτια θλιμμένα ακολουθούν το γείσο και τα φωτεινά παράθυρα που γυρίζουν γύρω απο την πλατεία
αποχαιρετά την φίλη του
βγαίνει στη μέση του δρόμου, πάνω στην λωρίδα,
τεντώνει το σαγόνι του με ύφος  σοβαρό.

Ανοίγει το στόμα του
και τραγουδά



Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Λογική


Η πόλη κοιμάται ήρεμη κάτω από τις σκέψεις της, σκεπασμένη με το κρύο και την βροχή να ποτίζουν τα κόκαλα και την ψυχή της

Δύο περαστικοί αστειεύονται κάτω από τα φώτα και μια μητέρα υπομονετικά παίρνει τον δρόμο για το σπίτι

Τα πουλιά λουφάζουν κάτω από το βάρος του κόσμου 
Αδιάφορο, πικρό και περήφανο

Ένας μαθητής κραδαίνει την τσάντα του φοβίζοντας το μέλλον
ενώ τα ζευγάρια πια αναρωτιούνται

Στην άκρη του μυαλού περπατά μια μοναδική σκέψη

Βασανιστικά, τραυματικά και νοσταλγικά όπως τα ταξίδια, όπως οι κεραυνοί

Άτσαλα παραπατούν πολλοί
χάνοντας την ισορροπία και την ελπίδα τους
που καίγεται μοναχικό χαρτί σ ένα σβησμένο τζάκι
Δίνοντας λίγο φως στις τελευταίες στιγμές μας
λίγο πριν βυθιστούμε πιασμένοι χέρι-χέρι μέσα στα απόνερα των πεζοδρομίων

Εμείς που έχουμε να πούμε τόσα πολλά κοιτάμε σιωπηλοί το μέλλον
σίγουροι για όλα
Ανίκανοι ν αλλάξουμε την θέση των πραγμάτων
Μέσα στο σπίτι οι κουρτίνες αλλάζουν χρώμα από τις εποχές και τον χρόνο
Έξω  η βροχή κυλά
Έξω η σιωπή είναι εκκωφαντική
Έξω

Στα δευτερόλεπτα που απομένουν ξεπροβάλλει το καράβι που αράζει στην λεωφόρο περιμένοντας το πλήρωμα ιδρωμένο και με βαριές ανάσες να το πάρει στα χέρια και να το σύρει μέχρι την αμμουδιά

Φωνάζουν πως δεν ξέρουν κολύμπι
Ο χρόνος όμως τρέχει αμίλητος και φιλότιμος
Ο κόσμος τον προσπερνά βαριεστημένος
και
Εσύ μένεις βουβός να περιμένεις

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Δειλινό

Μέρα θολή.
Τα σύννεφα προστάτες.
Η βρύση που ξαπόσταινα, λάσπη και αλμύρα τώρα.

Όσο και αν το πολέμησα, να γράψω ένα στίχο
Πάντα ο ήλιος έκαιγε την άνοιξη σαν στάχυ.

Έξω από το παράθυρο κρεμώ ένα στριφτό τσιγάρο,
τελευταίο αδελφό

στο βάθος φέρνει βόλτες το σούρουπο,
μαζί του παίζουν τα παιδιά.

Γκρίζο πέπλο η συννεφιά, τυλίγεται και σφίγγει.

Ποιος να μιλήσει καθαρά, κάτω από τέτοια σκέπη.
Ποιος να γελάσει δυνατά, βουτηγμένος μέσα στο καθάριο το νερό.

Δεν είμαι πια ποιητής. Σύντροφος και φίλος.
Το δέρμα όταν ζαρώνει, τραγουδά χαρακιές και νότες διψασμένο.

Με την καρέκλα μου δαδί και την ψυχή μου πιόμα
πήρα και αυτό το δειλινό, τραγουδώντας, στο κατόπι.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Νυχτερινό Έργο 2 Νο 2

Κλειστά μάτια, καρτερούν.
Άφησα παρακαταθήκη μερικές λέξεις.
Μικρά τρυφερά γράμματα.
Εσύ περπάτησες στο μακρύ δρόμο.
Ευθεία.
Τα μαλλιά σου ένα με τα φύλλα που χορεύουν στον αέρα.
Η άσφαλτος νωπή και άδεια.
Το περπάτημα σου σταθερό.
Σε είδα να ξεμακραίνεις.
Αργά. Όλο και πιο μακριά.

Οι λέξεις θλιμμένες δεν σε έφτασαν ποτέ.
Έμειναν μόνες να πλανιούνται,

μέσα σε αυτή τη πρωινή, μοναχική,

άνοιξη




Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Φαντασία ΙΙ


Κάθε που ανοίγουν τα μάτια μου
Χτυπά από μακριά η καμπάνα.

Μεγάλοι και μικροί γλάροι φωνάζουν τ' όνομα σου και χάνονται
μέσα στα πυκνά μαύρα σύννεφα
που σκιάζουν σαν γίγαντες τη θάλασσα
και την ψυχή μου.

Χαμηλώνω τα μάτια.
Σκληρές σκιές κόβουν κάθετα τους δρόμους
τα φώτα κίτρινα από πυρετό ξαπλώνουν στην άσφαλτο.

Οι σταγόνες της βροχής συνοδεύουν το μονότονο περπάτημα
ήχος ξερός πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.

Επιταχύνει, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα φρουρών.

Και οι σταγόνες γίνονται καταιγίδα

Η θύελλα γεμίζει απότομα τα στενά όπως η αγάπη των ερωτευμένων

οι γλάροι λουφάζουν στις γκρίζες γωνίες
η θάλασσα σηκώνεται, σπάει σε χίλια αλμυρά διαμάντια
χορεύει με τον αέρα και την βροχή
χτίζοντας ένα πυκνό σμάρι
που βουίζει,     βουίζει
ασταμάτητα
στ' αυτιά και το μέτωπο.

Εσύ στεκόσουν, φοβισμένος σκύλος, στο οδόστρωμα,
αγκαλιά με τη βροχή.

Ακίνητη και χαμογελαστή

Χριστιανικό θαύμα

Βρέχονταν τα μαλλιά και το μαύρο παλτό σου.
Το κεφάλι σου κρυμμένο μέσα στο σηκωμένο πέτο.
Από μέσα έφεγγε ένα μειδίαμα

Σε πήρα απ το μπράτσο σαν παιδί και περπατήσαμε στη καταιγίδα που πύκνωνε.