Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Φαντασία Ι


Πρώτος ήχος το πρωί το βουητό των κυμάτων

Χιλιάδες καμπάνες, συνοδεύουν τη μέρα με τις αργές ταλαντώσεις τους

Οι γλάροι πετούν ζωγραφίζοντας στο γκρίζο
φωνάζουν το όνομα σου

χάνονται

μέσα στα πυκνά σύννεφα που συνάζονται σκυθρωπά
σκιάζουν τη θάλασσα σαν γίγαντες,
μυρίζουν σκόνη και υγρασία.

Σκιές σκληρές κόβουν κάθετα τους δρόμους
Τα φώτα ξαπλώνουν, κίτρινα από πυρετό, στην άσφαλτο.

Χρόνια τώρα σκυμμένος στη θλίψη ο ουρανός.

Χρόνια τώρα μονότονο περπάτημα στο βρεγμένο πεζοδρόμιο με τις σταγόνες της βροχής να το  συνοδεύουν.

Κάποιος ήχος σε θυμίζει, πετάγομαι όρθιος όταν χτυπά η πόρτα.

Χρόνια τώρα μετακομίζω, λιώνω αργά σε καθαρές σταγόνες.

Ψιθυρίζω τη νύχτα,
σου διαβάζω ποιήματα

Μεγάλες μαρμάρινες σκάλες, οι Λέξεις, γλιστράνε

Σκορπίζουν στον άνεμο
στέκονται στα φύλλα των δέντρων

Φυσάει. Τινάζονται τα κλαδιά.

Αυτές καρφωμένες
μακριά από σένα

Περιμένουν